Homepage Slider

Είστε εδώ

καλλιέργειες φυτών για διάφορες χρήσεις

 
Η AGROENERGY αναλαμβάνει την ανάπτυξη "με το κλειδί στο χέρι" καλλιεργειών φυτών που προορίζονται για ενεργειακή χρήση, όπως αγριαγκινάρας και άλλων πολυετών φυτών, καλαμποκιού, σόργου, γλυκού σόργου, ηλίανθου, σόγιας κ.ά..
 
Για τον σκοπό αυτόν, η AGROENERGY συνεργάζεται με τον διευθυντή του Εργαστηρίου Γεωργίας του Τμήματος Γεωπονίας, Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος του Θεσσαλικού Πανεπιστημίου, καθηγητή κ. Νίκο Δαναλάτο.
Επίσης, συνεργάζεται με τον διευθυντή του Τομέα Βελτίωσης Φυτών και Γεωργικού Πειραματισμού του Τμήματος Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή κ. Γιώργο Σκαράκη.
 
Η AGROENERGY, στα πλαίσια της συνεργασίας της με τον κ. Νίκο Δαναλάτο, πραγματοποιεί σημαντική έρευνα στον τομέα της ανάπτυξης, παραγωγής και εκμετάλλευσης συγκεκριμένης ποικιλίας αγριαγκινάρας που έχει εξελίξει το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ενώ διαθέτει ένα οργανωτικό σύστημα μεθόδων, διαδικασιών, προδιαγραφών και τεχνολογίας, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η τεχνογνωσία, σχετικά με τη βέλτιστη διαχείριση και την ενεργειακή αξιοποίηση της καλλιέργειας (παραγωγή στερεών, υγρών ή αερίων βιοκαυσίμων), καθώς και τους τρόπους και τα μέσα συγκομιδής, μεταφοράς, αποθήκευσης και επεξεργασίας της βιομάζας για τη μετατροπή της σε βιοκαύσιμο και ενέργεια.
Η αγριαγκινάρα είναι πολυετές φυτό. Καλλιεργείται το Φθινόπωρο (Οκτώβριο) ή την Άνοιξη (Μάρτιο, Απρίλιο) και αναπτύσσεται κάθε χρόνο μόνο του για 8 έως 12 χρόνια.
Η φθινοπωρινή καλλιέργεια αντικαθιστά την καλλιέργεια του σιταριού. Στα χωράφια αυτά η απόδοση σε συνολική ξηρή βιομάζα είναι 4,5 φορές μεγαλύτερη από την απόδοση σε σιτάρι. Στα ξηρικά χωράφια η ελάχιστη απόδοση είναι 800 kg βιομάζας ανά στρέμμα. Η συγκομιδή γίνεται στο τέλος του καλοκαιριού και συλλέγεται όλο το φυτό με υγρασία από 10% έως 16%.
Στη συνέχεια το φυτό μπορεί να αλωνιστεί για να πάρουμε τον σπόρο, από τον οποίο μπορεί να εξαχθεί το λάδι με ψυχρή πίεση. Η πίτα μπορεί να πελλετοποιηθεί και να οδηγηθεί κυρίως για ζωοτροφή και λιγότερο για θέρμανση. Το λάδι μπορεί να εξευγενιστεί και να χρησιμοποιηθεί ως βρώσιμο ή να οδηγηθεί ως πρώτη ύλη για την παραγωγή βιοντίζελ.
Εναλλακτικά, μπορούμε να πελλετοποιήσουμε ολόκληρο το φυτό (μαζί με το σπόρο και άρα με το λάδι) και να το οδηγήσουμε για θέρμανση σε καυστήρες ή σόμπες ή τζάκια που καίνε pellets ή/και briquettes και γενικότερα στερεά βιοκαύσιμα ή στερεή βιομάζα. Λόγω της παρουσίας του λαδιού η θερμογόνος δύναμη του συγκεκριμένου agropellet είναι πολύ υψηλή σε σχέση με αυτή των άλλων agropellets και αγγίζει τη μισή θερμογόνο δύναμη του πετρελαίου. Έτσι, το pellet της αγριγκινάρας είναι μεν agropellet, οπότε έχει χαμηλότερη τιμή από την τιμή ενός woodpellet, αλλά έχει τη θερμογόνο δύναμη ενός woodpellet, με αποτέλεσμα να αποτελεί μία από τις καλύτερες επιλογές στερεού βιοκαυσίμου. Τα ίδια ισχύουν και για την briquette από αγριαγκινάρα. Η στάχτη που προκύπτει από την καύση τους δεν δημιουργεί πρόβλημα, αρκεί ο θάλαμος καύσης του καυστήρα ή της σόμπας να είναι κατάλληλος, όπως συμβαίνει με τους καυστήρες και τις σόμπες που διαθέτει η AGROENERGY. Η στάχτη αποτελεί ένα καλό λίπασμα για τις καλλιέργειες.
Μία άλλη χρήση της αγριαγκινάρας, ως ξηρό φυτό, ή της πίτας και του ξυλώδους τμήματος που προκύπτουν ως υπολείμματα μετά την εξαγωγή του λαδιού, γίνεται για την παραγωγή ενέργειας (ηλεκτρικής και θερμικής) με τη διαδικασία της αεριοποίησης (παραγωγή syngas), όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλα οργανικά, κυρίως στερεά, αγροτοβιομηχανικά απόβλητα και υπολείμματα (στερεή απόβλητη και υπολειμματική βιομάζα), όπως υπολείμματα καλλιεργειών βαμβακιού, σιταριού, καλαμποκιού κ.ά., τα οποία δεν μπορούν ή δεν αξίζει να οδηγηθούν στην παραγωγή βιοαερίου.
Όμως, η αγριαγκινάρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και χλωρή, με τη μορφή ενσιρώματος, για την παραγωγή ενέργειας (ηλεκτρικής και θερμικής) με τη διαδικασία της συνδυασμένης αναερόβιας χώνευσης (παραγωγή βιοαερίου) μαζί με οργανικά αγροτοβιομηχανικά και άλλα απόβλητα και υπολείμματα που μπορούν να χωνευθούν.
Το χωνεμένο υπόλειμμα, που προκύπτει από την παραγωγική διαδικασία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα στις καλλιέργειες ή εδαφοβελτιωτικό.
 
Ο αγρότης μπορεί να διαθέτει την παραγωγή του, δηλαδή τη βιομάζα που θα συγκομίζει σε δικά του χωράφια ή σε χωράφια που θα ενοικιάζει, στην τιμή των 80 - 85 € τον τόνο στην πόρτα του εργοστασίου μεταποίησης της βιομάζας, οπότε τα έξοδα συγκομιδής και μεταφοράς θα είναι δικά του, ή στην τιμή των 70 € τον τόνο στο χωράφι, οπότε μόνο τα έξοδα συγκομιδής θα είναι δικά του, ή στην τιμή των 50 € τον τόνο στο χωράφι, οπότε το εργοστάσιο θα πληρώνει για τη συγκομιδή και τη μεταφορά της βιομάζας σε αυτό. Οι τιμές αυτές αφορούν σε ξηρή βιομάζα (με περιεκτικότητες σε υγρασία και ξένες ύλες μικρότερες από 13% και 3% αντίστοιχα), δηλαδή στη βιομάζα που προκύπτει μετά την ολοκλήρωση της ανάπτυξης του φυτού.
 
H AGROENERGY μπορεί να υπογράφει με κάθε αγρότη συμβόλαιο αγοράς της ξηρής βιομάζας της αγριαγκινάρας σε αυτές τις τιμές.
 
Ο αγρότης μπορεί να εκμεταλλεύεται την παραγωγή του, παράγοντας pellets ή/και briquettes, τα οποία θα εμπορεύεται.
Ένας τρόπος είναι, ο αγρότης να μεταφέρει τη βιομάζα που θα συγκομίζει σε ένα κοντινό στις καλλιεργούμενες εκτάσεις εργοστάσιο παραγωγής στερεών βιοκαυσίμων, να πληρώνει το εργοστάσιο για τη μεταποίηση της βιομάζας σε στερεό βιοκαύσιμο και στη συνέχεια να εμπορεύεται το στερεό βιοκαύσιμο σε τιμές χονδρικής ή και λιανικής.
Ένας άλλος τρόπος είναι, ο αγρότης να συμμετέχει στη μεταποίηση της βιομάζας που παράγει, συμμετέχοντας στο επιχειρηματικό σχήμα εκμετάλλευσης της αγριαγκινάρας για την παραγωγή στερεών βιοκαυσίμων.
Το κόστος μεταποίησης - παραγωγής των pellets ή των briquettes ανέρχεται κατά μέσο όρο στο ποσό των 25 € ανά τόνο πρώτης ύλης ή των 30 € ανά τόνο προϊόντος. Το pellet της αγριαγκινάρας μπορεί να διατεθεί σε τιμές χονδρικής που ξεπερνούν τα 180 € τον τόνο (χωρίς τον ΦΠΑ) ή και σε τιμές λιανικής που αγγίζουν τα 280 € αλλά και τα 300 € τον τόνο (με τον ΦΠΑ). Η briquette της αγριαγκινάρας μπορεί να διατεθεί σε ελαφρά χαμηλότερες τιμές.
Έτσι, στην πρώτη περίπτωση ο αγρότης θα ξοδεύει 10 - 20 € ανά τόνο βιομάζας (και περίπου ανά τόνο στερεού βιοκαυσίμου) για τη μεταφορά της στο εργοστάσιο, έστω 60 € ανά τόνο στερεού βιοκαυσίμου που θα πληρώνει στο εργοστάσιο για τη μεταποίηση της βιομάζας - παραγωγή του στερεού βιοκαυσίμου και 10 - 20 € για τη μεταφορά του προϊόντος (του στερεού βιοκαυσίμου) στις αποθήκες του με σκοπό τη διαθεσή του σε τιμές από 180 € μέχρι και 300 € τον τόνο. Συνεπώς, ο αγρότης θα μπορεί να κερδίζει από 180 - (20 + 60 + 20) = 80 € μέχρι και 300 - (20 + 60 + 20) = 200 € ανά τόνο προϊόντος, αντί για τα 50 € ανά τόνο βιομάζας ή 55 € ανά τόνο προϊόντος (στερεού βιοκαυσίμου) που θα κέρδιζε από τη διάθεση - πώληση της βιομάζας του.
Στη δεύτερη περίπτωση το εργοστάσιο θα κερδίζει από 180 - (20 + 30) = 130 € μέχρι και 300 - (20 + 30) = 250 € ανά τόνο προϊόντος (στερεού βιοκαυσίμου), οπότε ο αγρότης θα πρέπει να έχει ισχυρό μερίδιο σε αυτό ώστε να εξασφαλίζει μεγαλύτερο κέρδος από το ποσό των 55 € ανά τόνο προϊόντος που θα κέρδιζε αν μόνο παρέδιδε την παραγωγή του.
 
Εναλλακτικά, μία εταιρεία μπορεί να ενοικιάσει εκτάσεις για να καλλιεργήσει αγριαγκινάρα και να την εκμεταλλευτεί ενεργειακά. Την καλλιέργεια, τη συγκομιδή και όλη την φροντίδα, που χρειάζεται το φυτό, θα αναλάβει η ίδια ή μία άλλη εταιρεία που διαθέτει τη σχετική τεχνογνωσία, όπως είναι η AGROENERGY. Η εταιρεία αυτή θα χρησιμοποιήσει έμπειρους καλλιεργητές που διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό και οι οποίοι θα εφαρμόζουν την τεχνογνωσία της εταιρείας.
 
Το κόστος εγκατάστασης της καλλιέργειας της αγριαγκινάρας ανέρχεται κατά μέσο όρο στο ποσό των 50 € ανά στρέμμα. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται το κόστος του σπόρου, τα έξοδα της καλλιέργειας και η τεχνογνωσία που εξασφαλίζει η AGROENERGY. Στην περίπτωση που ο αγρότης αναλάβει ο ίδιος την καλλιέργεια, με δικό του εξοπλισμό και με δικά του έξοδα, πάντα με τις οδηγίες και την επίβλεψη της AGROENERGY, τότε η αμοιβή της AGROENERGY (μόνο για την εξασφάλιση του σπόρου και της τεχνογνωσίας) περιορίζεται στο ποσό των 25 € ανά στρέμμα.
Έτσι, τον πρώτο χρόνο και με την προϋπόθεση ότι κάθε επόμενο χρόνο θα παράγεται τουλάχιστον ένας (1) τόνος ξηρής βιομάζας αγριαγκινάρας ανά στρέμμα ξηρικού χωραφιού, οπότε τον πρώτο χρόνο θα παραχθούν τουλάχιστον 500 kg ξηρής βιομάζας ανά στρέμμα, ο αγρότης θα κερδίσει (50 € που θα εισπράξει καθαρά ανά τόνο) x 0,5 τόνο ανά στρέμμα - (25 € έως 50 € που θα ξοδέψει ανά στρέμμα) = 0 € έως -25 € ανά στρέμμα, δηλαδή ο αγρότης δεν θα κερδίσει.
Όμως, κάθε επόμενο χρόνο ο αγρότης θα κερδίζει τουλάχιστον 50 € ανά στρέμμα, αφού το ποσό αυτό θα το εισπράττει καθαρά ανά τόνο παραγόμενης βιομάζας.
Στην περίπτωση που θα παράγονται δύο (2) τόνοι ξηρής βιομάζας ανά στρέμμα (με λίγο νερό σε χωράφια που είναι ποτιστικά), τότε ο αγρότης θα κερδίζει περισσότερα από 100 € ανά στρέμμα μόνο από την πώληση της βιομάζας που θα παράγει στο χωράφι του.
 
Μία πρόταση συνεργασίας της AGROENERGY με μία εταιρεία, που θέλει να επενδύσει στην καλλιέργεια και την ενεργειακή εκμετάλλευση της αγριαγκινάρας, είναι η εξής:
Έστω ότι η εταιρεία αυτή έχει εξασφαλίσει συνολική έκταση 10.000 στρεμμάτων.
Ας υποθέσουμε ότι η καλλιέργεια θα γίνει τον Μάρτιο.
Καταρχήν, η έκταση των 10.000 στρεμμάτων θα ενοικιαστεί από την εταιρεία.
Η AGROENERGY θα αναλάβει την καλλιέργεια, τη φροντίδα και τη συγκομιδή της βιομάζας «με το κλειδί στο χέρι».
Όπως είπαμε, ο σπόρος για την καλλιέργεια αναπτύσσεται  στο Θεσσαλικό Πανεπιστήμιο για λογαριασμό της AGROENERGY.
Το κόστος του σπόρου ανέρχεται στα 14,0 € ανά στρέμμα.
Η AGROENERGY, για να ετοιμάσει την ποσότητα του σπόρου που απαιτείται, θα εισπράξει προκαταβολικά από την εταιρεία το 50% της αξίας του σπόρου.
(Αν η καλλιέργεια γίνει τώρα, δηλαδή τον Οκτώβριο, η AGROENERGY θα εισπράξει τώρα όλη την αξία του σπόρου).
Τον Μάρτιο η AGROENERGY θα εισπράξει το υπόλοιπο 50% της αξίας του σπόρου και θα σπείρει.
Η AGROENERGY θα αναλάβει πλήρως την καλλιέργεια για διάστημα δύο (2) χρόνων, καταθέτοντας όλη την τεχνογνωσία της και εξασφαλίζοντας όλη τη φροντίδα που χρειάζεται η καλλιέργεια.
Το κόστος της φροντίδας και της τεχνογνωσίας της AGROENERGY ανέρχεται στο ποσό των 20 € ανά στρέμμα. Η AGROENERGY θα εισπράξει το 50% του ποσού αυτού με τη σπορά.
Με την πρώτη συγκομιδή αποπληρώνεται η τεχνογνωσία, δηλαδή το υπόλοιπο 50% των 20 € ανά στρέμμα.
Η παραπάνω άσκηση ολοκληρώνεται μέχρι πριν τη δεύτερη (2η) συγκομιδή.
Σε αυτή και στη συνέχεια η AGROENERGY πρέπει να βρίσκεται στο πλευρό της εταιρείας μέχρι και την ολοκλήρωσή της καλλιέργειας, δηλαδή για όλα τα χρόνια, με κόστος για την εταιρεία το ποσό των 5 €/στρέμμα κάθε χρόνο.
Στα παραπάνω κόστη πρέπει να προστεθούν τα έξοδα της καλλιέργειας, τα οποία δεν θα ξεπεράσουν το ποσό των 40 € ανά στρέμμα.
Τα έξοδα της συγκομιδής, την οποία θα αναλάβει η AGROENERGY, δεν ξεπερνούν το ποσό των 20 € ανά στρέμμα.
Έτσι, η εταιρεία το πρώτο χρόνο θα πληρώσει το ενοίκιο + (14 + 20 + 40 + 20) € και κάθε χρόνο θα πληρώνει το ενοίκιο + 20 €.
 
Η AGROENERGY εγγυάται για ελάχιστη απόδοση - παραγωγή 500 kg ξηρής βιομάζας ανά στρέμμα στην πρώτη (1η) συγκομιδή και 1000 kg ανά στρέμμα σε κάθε επόμενη συγκομιδή. Στην περίπτωση που θα παραχθεί μικρότερη ποσότητα βιομάζας, η AGROENERGY θα επιστρέψει μέρος των χρημάτων που έλαβε για τον σπόρο και την τεχνογνωσία της και συγκεκριμένα εκείνο που αναλογεί στη μείωση της απόδοσης. Π.χ., αν αντί για 1000 kg παραχθούν 900 kg βιομάζας, δηλαδή αν θα έχουμε μείωση στην απόδοση κατά 10%, τότε η AGROENERGY θα επιστρέψει στον αγρότη το ποσό των 0,1 x 25 €/στρέμμα = 2,5 €/στρέμμα ή στην εταιρεία το ποσό των 0,1 x 34 €/στρέμμα = 3,4 €/στρέμμα.
Η εγγύηση αυτή ισχύει για μειώσεις στην απόδοση μέχρι 20% από τις ελάχιστες αποδόσεις που υπόσχεται η AGROENERGY. Στην περίπτωση που θα παραχθεί ακόμα μικρότερη ποσότητα βιομάζας, δηλαδή αν η μείωση στην απόδοση θα είναι μεγαλύτερη από 20%, η εταιρεία θα πληρώσει μόνο για την παραδοθείσα σε αυτή ποσότητα, όποια και αν είναι αυτή. Π.χ., αν τη δεύτερη χρονιά αντί για 1000 κιλά παραχθούν 750 κιλά βιομάζας ανά στρέμμα, δηλαδή αν θα έχουμε μείωση κατά 25% σε σχέση με την ελάχιστη απόδοση που υπόσχεται η εταιρεία, τότε ο γεωργός θα πληρωθεί μόνο για τα 750 κιλά.
Προϋπόθεση της εγγύησης αποτελεί η περιεκτικότητα σε υγρασία (<13%) και σε ξένες ύλες (<3%). Στην περίπτωση υπερβάσεων αυτών των περιεκτικοτήτων θα υπάρξουν περικοπές στην τιμή αγοράς της βιομάζας. Π.χ., αν η παραδοθείσα βιομάζα έχει 20% υγρασία και 10 % ξένες ύλες, τότε ο γεωργός θα εισπράξει από την εταιρεία, αντί για το ποσό των 50 € ανά τόνο ξηρής βιομάζας, το ποσό των [(1,00 – 0,20 – 0,10) / (1,00 – 0,13 – 0,03)] x 50 = 42 € ανά τόνο «ξηρής» βιομάζας.
 

 
Η AGROENERGY προτείνει στον αγρότη να καλλιεργεί το δικό του καύσιμο για θέρμανση. Έτσι, ο αγρότης θα εξοικονομεί τα χρήματα που ξοδεύει για την αγορά του πετρελαίου θέρμανσης και επιπλέον θα μπορεί να κερδίζει χρήματα από την παραγωγή και εμπορία στερεών βιοκαυσίμων.
 
Η ιδέα για την καλλιέργεια από τον αγρότη του δικού του καυσίμου:
 
Ας θεωρήσουμε έναν αγρότη που διαθέτει 100 στρέμματα ξηρικών χωραφιών για την καλλιέργεια σιταριού.
Στα χωράφια αυτά η απόδοση σε σιτάρι έστω ότι ανέρχεται στα 300 kg ανά στρέμμα τον χρόνο.
Το σιτάρι αυτό μπορεί να πωληθεί στην τιμή των 0,25 € το kg ή 250 € τον τόνο.
Συνεπώς, ο αγρότης μπορεί να εισπράξει, από την πώληση του σιταριού, το ποσό των (300 kg/στρέμμα) x (0,25 €/kg) = 75 € ανά στρέμμα.
Επιπλέον, ο αγρότης εισπράττει, ως δικαίωμα ενίσχυσης, το ποσό των 35 € ανά στρέμμα.            
Άρα, συνολικά, ο αγρότης μπορεί να εισπράξει το ποσό των 75 + 35 = 110 € ανά στρέμμα.
Το κόστος της καλλιέργειας δεν ξεπερνά τα 50 € ανά στρέμμα.
Έτσι, το κέρδος του αγρότη ανέρχεται στα 60 € ανά στρέμμα, οπότε από την καλλιέργεια των 100 στρεμμάτων ο αγρότης κερδίζει ένα ποσό της τάξης των 6.000 €.
Τη φετινή χρονιά ο αγρότης θα χρειαστεί να ξοδέψει πάνω από 7.000 € για να εξασφαλίσει 5 τόνους πετρελαίου για τη θέρμανσή του (5 τόνοι x 1400 €/τόνο = 7.000 €).
Δηλαδή, ο αγρότης πρέπει να καλλιεργήσει με σιτάρι περισσότερα από 100 στρέμματα για να πληρώσει μόνο το πετρέλαιο θέρμανσης της φετικής χρονιάς.
 
Όμως, αν ο αγρότης διαθέσει τα 10 από τα 100 στρέμματα για να καλλιεργήσει ένα πολυετές φυτό, π.χ. αγριαγκινάρα,
τότε θα χάσει 750 € (10 στρέμματα x 75 €/στρέμμα = 750 €) από τη μη παραγωγή και τη μη πώληση του σιταριού των 10 στρεμμάτων (η επιδότηση για το σιτάρι θα περάσει και στην καλλιέργεια της αγριαγκινάρας λόγω του δικαιώματος ενίσχυσης που εξασφαλίζει από την ΚΑΠ),
ενώ θα κερδίσει τουλάχιστον 10 τόνους pellets (10 στρέμματα x 1,2 τόνοι στερεής βιομάζας αγριαγκινάρας / στρέμμα ή 10 στρέμματα x 1 τόνος παραγόμενου pellet / στρέμμα = 10 τόνοι pellets) οι οποίοι ισοδυναμούν ενεργειακά με τους 5 τόνους πετρελαίου.
Για να παράξει τα pellets ο αγρότης θα πρέπει να αγοράσει μία μικρή μηχανή παραγωγής pellets δυναμικότητας 100 kg την ώρα ή 1 τόνου την ημέρα (100 kg την ώρα x 10 ώρες λειτουργίας την ημέρα = 1000 kg ή 1 τόνος την ημέρα), την οποία μπορεί να αγοράσει από την AGROENERGY στην τιμή των 6.000 €.
Συνεπώς, με τη μηχανή αυτή ο αγρότης θα μπορεί να παρασκευάσει την ποσότητα των 10 τόνων pellets σε διάστημα 10 ημερών.
Είναι προφανές ότι με την ίδια μηχανή μπορούν να παραχθούν 3 x 10 = 30 τόνοι pellets σε διάστημα 3 x 10 = 30 ημερών από 3 x 10 = 30 στρέμματα αγριαγκινάρας που θα καλλιεργήσουν 3 αγρότες, διαθέτοντας 10 στρέμματα ο καθένας, για να καλύψουν την ανάγκη τους για θέρμανση. Στην περίπτωση αυτή, το κόστος των 6.000 € θα μοιραστεί στους 3 αγρότες, οπότε ο καθένας θα ξοδέψει 6.000 / 3 = 2.000 € για την αγορά της κοινής πελλετομηχανής.
Για να κάψει τα pellets ο κάθε αγρότης θα πρέπει να αγοράσει ένα σύστημα καυστήρα - λέβητα στερεής βιομάζας και στερεών βιοκαυσίμων ή μία σόμπα, που μπορεί να προμηθευτεί από την AGROENERGY σε μια μέση τιμή της τάξης των 2.500 €.
Τα λειτουργικά κόστη της καλλιέργειας και της συγκομιδής της στερεής βιομάζας (π.χ. της αγριαγκινάρας) καθώς και της παραγωγής των pellets δεν ξεπερνούν τα
50 +20 + 30 = 100 € ανά τόνο παραγόμενου pellet, άρα ανά στρέμμα, οπότε για την παραγωγή 10 τόνων pellets από τα δικά του 10 στρέμματα ο αγρότης θα ξοδέψει
100 €/στρέμμα x 10 στρέμματα = 1.000 € την πρώτη χρονιά, ενώ τα επόμενα π.χ. 8 χρόνια θα ξοδεύει (0 + 20 + 30) €/στρέμμα x 10 στρέμματα = 500 € κάθε χρόνο.
Έτσι, από τα 100 στρέμματα ο αγρότης:
θα εισπράξει το ποσό των 6.000 - 750 = 5.250 € από την πώληση του σιταριού των 90 στρεμμάτων και από τα δικαιώματα ενίσχυσης των 100 στρεμμάτων και
θα ξοδέψει για τη θέρμανσή του (με στερεό βιοκαύσιμο ενεργειακά ισοδύναμο 5 τόνων πετρελαίου) το ποσό των 2.000 + 2.500 + 1.000 = 5.500 € για να αγοράσει την πελλετομηχανή και τον καυστήρα ή τη σόμπα, τα οποία θα τα έχει και τα επόμενα χρόνια, και για να παράξει τα pellets,
οπότε κάθε επόμενο χρόνο ο αγρότης θα κερδίζει ένα ποσό της τάξης των 5.250 - 500 = 4.750 € και θα έχει εξασφαλίσει και το καύσιμο για τη θέρμανσή του.
Καταλαβαίνει κανείς τι μπορεί να κερδίσει ο αγρότης αν διαθέσει 20 ή και 30 στρέμματα για την καλλιέργεια ενός πολυετούς ενεργειακού φυτού και αν περισσότεροι αγρότες αγοράσουν μία μεγαλύτερη, πιο σωστή και φθηνότερη ανά αγρότη κοινή μηχανή. Η λιανική τιμή πώλησης του συγκεκριμένου agropellet  ξεπερνά τα 200 € τον τόνο.
 
Τα πολυετή ενεργειακά φυτά πρέπει να καλλιεργηθούν μέχρι το τέλος Οκτωβρίου και γι’ αυτό οι αγρότες πρέπει να βιαστούν.
 

 
Η αγριαγκινάρα είναι ελαιούχο φυτό. Γενικά, ως ελαιούχα φυτά θεωρούνται εκείνα των οποίων οι σπόροι περιέχουν σημαντική ποσότητα ελαίου.
 
Ο ηλίανθος, η ελαιοκράμβη, η σόγια, η αγριαγκινάρα και άλλα ελαιούχα φυτά με μεγάλη στρεμματική απόδοση σε σπόρο και μεγάλη περιεκτικότητα του σπόρου σε λάδι αποτελούν μία καλή λύση για την παραγωγή βιοντίζελ, στα πλαίσια μιας ισορροπημένης εκμετάλλευσης των αγροτικών δυνατοτήτων για διατροφή (ανθρώπων και ζώων) και παραγωγή βιοκαυσίμων και ενέργειας. Πολλές περιοχές εμφανίζονται ως ιδανικές για μεγάλες στρεμματικές αποδόσεις σε λάδι, όχι μόνο για τον ηλίανθο, αλλά και για την ελαιοκράμβη, την αγριαγκινάρα και για άλλα φυτά. Στις ποτιστικές περιοχές μπορεί να αναπτυχθεί και η σόγια, που είναι ψυχανθές φυτό, ενώ η πίτα της αποτελεί ζωοτροφή υψηλής διατροφικής αξίας.
 
Ο ηλίανθος είναι ετήσιο φυτό που πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Αναπτύσσεται ταχέως, δεν έχει διακλαδώσεις, ενώ το ύψος του ποικίλει από τα 0,7 - 3,5 μέτρα. Ο μίσχος του είναι τριχωτός και τα φύλλα του ωοειδή.
Η μέση απόδοση του ηλίανθου στην Ελλάδα είναι της τάξης των 380 κιλών σπόρου ανά στρέμμα για μονοετή καλλιέργεια σε ποτιστικό χωράφι. Οι ξεροί σπόροι περιέχουν κατά μέσο όρο 42% έλαιο, 35% πρωτεΐνη και 10-15% φλοιό.
Το συνολικό κόστος καλλιέργειας του ποτιστικού ηλίανθου, χωρίς το ενοίκιο του χωραφιού, υπολογίζεται περίπου στα 50 € το στρέμμα.
Η σπορά του ηλίανθου μπορεί να γίνει νωρίς την άνοιξη. Ο ηλίανθος είναι πιο ανθεκτικός στον παγετό από το καλαμπόκι. Σπέρνεται με σπαρτικές καλαμποκιού ή τεύτλων σε σειρές των 0,6 - 0,9 μέτρων, με απόσταση μεταξύ των σπόρων 20 εκατοστών και σε βάθος περίπου 2,5 - 7,5 εκατοστών. Ποσότητες σπόρου 500 έως 600 γραμμαρίων για κάθε στρέμμα δίνουν περίπου 6.250 φυτά ανά στρέμμα.
Ο πρόωρος έλεγχος ζιζανίων είναι σημαντικός παράγοντας στην παραγωγή. Ο ηλίανθος δεν πρέπει να καλλιεργείται περισσότερο από μία φορά κάθε 4 χρόνια και δεν πρέπει να είναι στις αμειψισπορές με τις πατάτες.
Η καλλιέργεια ωριμάζει σε 4 περίπου μήνες από τη σπορά.
Η συγκομιδή γίνεται τέλος Αυγούστου μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου όταν οι σπόροι αρχίζουν να χαλαρώνουν. Ο σπόρος συγκομίζεται και αποθηκεύεται με υγρασία 12% περίπου.
Το έλαιο από το σπόρο εξάγεται είτε με ψυχρή είτε με θερμή πίεση. Το έλαιο ψυχρής πίεσης έχει συνήθως ανοιχτό κίτρινο χρώμα, ήπια γεύση, ευχάριστη μυρωδιά και θεωρείται αξιόλογο έλαιο στη μαγειρική και για την παραγωγή μαργαρίνης. Το έλαιο θερμής πίεσης έχει κοκκινωπό χρώμα και χρησιμοποιείται σε βιομηχανικές εφαρμογές και ως πρώτη ύλη για την παραγωγή βιοντίζελ.
Η πίτα που απομένει χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή υψηλής διατροφικής αξίας.
 
Η ελαιοκράμβη είναι επίσης ετήσιο φυτό. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο και αναπτύσσεται γενικά σε υγρά και δροσερά κλίματα.
Η ποικιλία Brassica napus L. είναι πρώιμη και ευδοκιμεί κυρίως σε εύκρατα δροσερά κλίματα. Υπάρχει σε δύο καλλιεργητικούς τύπους, τη χειμερινή και την ανοιξιάτικη.
Η ποικιλία Brassica carinata L. Braun είναι αιθιοποικής προέλευσης, δίνει ψηλά φυτά με μεγάλη φυλλική επιφάνεια κσι είναι συγγενής της Brassica napus L. Παρουσιάζει καλή προσαρμοστικότητα και ικανοποιητική παραγωγικότητα στις μεσογειακές εδαφοκλιματικές συνθήκες. Καλλιεργείται και ως χειμερινή καλλιέργεια σε περιοχές με ήπιο χειμώνα, ενώ σε αυτές με βαρύ χειμώνα προτείνεται μόνο ως ανοιξιάτικη καλλιέργεια.
Η απόδοση της ελαιοκράμβης στην Ελλάδα κυμαίνεται από 150 έως 350 κιλά σπόρου ανά στρέμμα για μία καλλιέργεια τον χρόνο, ανάλογα αν το χωράφι είναι ποτιστικό ή όχι. Οι ξηροί σπόροι (μικροί στρογγυλοί) περιέχουν από 32% έως 46% έλαιο.
Το κόστος καλλιέργειας της ποτιστικής ελαιοκράμβης στη χώρα μας, χωρίς το ενοίκιο του χωραφιού, υπολογίζεται περίπου στα 43 € το στρέμμα.
Η σπορά της χειμερινής ελαιοκράμβης γίνεται από τα μέσα μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην εφαρμογή ζιζανιοκτόνων (προ και μεταφυτρωτικών), ιδίως στα πρώτα στάδια ανάπτυξης του φυτού. Η ελαιοκράμβη πρέπει να καλλιεργείται μία φορά κάθε 4 χειμώνες.
Οι τεχνικές καλλιέργειας είναι όμοιες με εκείνες των σιτηρών.
Η συγκομιδή γίνεται περί τα τέλη Ιουνίου με μηχανές σιτηρών.Ο σπόρος συγκομίζεται και αποθηκεύεται με υγρασία από 9% έως 12%.
Το έλαιο από το σπόρο εξάγεται είτε με ψυχρή είτε με θερμή πίεση. Το έλαιο ψυχρής πίεσης χρησιμοποιείται ως βρώσιμο. Το έλαιο θερμής πίεσης χρησιμοποιείται σε βιομηχανικές εφαρμογές και ως πρώτη ύλη για την παραγωγή βιοντίζελ.
Η πίτα που απομένει χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή, αφού είναι πλούσια σε πρωτεΐνη.
 
 
Η κάθετη διαδικασία παραγωγής βιοντίζελ από ελαιούχα φυτά:
 
Μετά τη συγκομιδή ο ελαιούχος σπόρος οδηγείται σε σποροελαιουργείο, όπου εξάγεται το λάδι, ενώ η πίτα αξιοποιείται ως ζωοτροφή ή για την παραγωγή ενέργειας.
Το παραγόμενο λάδι ραφινάρεται (εξευγενίζεται) και οδηγείται στη μονάδα του βιοντίζελ, όπου μετατρέπεται σε βιοντίζελ, ενώ η γλυκερίνη (παραπροϊόν) μπορεί να αξιοποιηθεί, π.χ. ως πηγή παραγωγής ενέργειας.
Το βιοντίζελ πιστοποιείται και οδηγείται στα διυλιστήρια για ανάμιξη με το συμβατικό ντίζελ και προώθηση του μίγματος στην κίνηση. Εναλλακτικά, το βιοντίζελ μπορεί, πλέον, να χρησιμοποιηθεί για θέρμανση και ηλεκτροπαραγωγή, αυτούσιο ή σε μίγματα με το συμβατικό ντίζελ.
Το ξυλώδες τμήμα του φυτού μπορεί να αξιοποιηθεί από την εταιρεία ως πηγή παραγωγής θερμικής και ηλεκτρικής ενέργειας.
 

περισσότερα...

 
Undefined

Page Back


Κατασκευή Ιστοσελίδων GIM Greek Internet Marketing