Homepage Slider

You are here

Κάθετη παραγωγή βιοντίζελ από διάφορες ελαιούχες ύλες

Μία σύγχρονη καθετοποιημένη διαδικασία παραγωγής βιοντίζελ, με την οποία θα μπορούν να επεξεργάζονται φθηνές πρώτες ύλες (απόβλητα λίπη και έλαια κ.λπ.) και θα μειώνεται δραστικά το κόστος παραγωγής του, πρέπει να περιλαμβάνει:

 

  • Μονάδα εξευγενισμού μπρούτων ή αποκομμιωμένων φυτικών ελαίων, χρησιμοποιημένων μαγειρικών λιπών και ελαίων (τηγανελαίων), άλλων αποβλήτων φυτικών ελαίων (όξινων ελαίων με σημαντική περιεκτικότητα σε νερό), ζωικών λιπών και αποβλήτων ζωικών λιπών.

Η συγκεκριμένη μονάδα στοχεύει στην αξιοποίηση αποβλήτων ελαιούχων υλών που επιβαρύνουν το περιβάλλον καθώς και μπρούτων φυτικών ελαίων που προέρχονται από ενεργειακές καλλιέργειες, με σκοπό την παραγωγή υψηλής καθαρότητας εμπορεύσιμων φυτικών ελαίων και ζωικών λιπών, τα οποία θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πρώτες ύλες για την παραγωγή βιοντίζελ, ζωοτροφών κ.λ.π. και όχι για ανθρώπινη κατανάλωση.

Η καρδιά της μονάδας θα αποτελείται από τρεις επιμέρους μονάδες, τη μονάδα αποφωσφάτωσης μπρούτων φυτικών ελαίων, τη μονάδα εξουδετέρωσης και τη μονάδα ξήρανσης.

Η τεχνολογία των μονάδων παραγωγής βιοντίζελ στη χώρα μας αλλά και σχεδόν σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο στηρίζεται στην κλασική μέθοδο της ομογενούς βασικής καταλυτικής μετατροπής των τριγλυκεριδίων (βασικό συστατικό των λιπών και ελαίων) σε μεθυλεστέρες (βιοντίζελ). Ως καταλύτης χρησιμοποιείται κυρίως το μεθοξείδιο του νατρίου (CH3ONa), το οποίο διαλύεται στη μεθανόλη (CH3OH). Άλλοι βασικοί καταλύτες, που επίσης διαλύονται στη μεθανόλη και χρησιμοποιούνται, είναι τα υδροξείδια NaOH και KOH. Έτσι, η πρώτη ύλη (φυτικό έλαιο, ζωικό λίπος) πρέπει να είναι απαλλαγμένη από οξέα, γιατί αυτά αντιδρούν με τον βασικό καταλύτη, οπότε χάνεται καταλύτης και επιπλέον προκύπτουν σαπούνια που δυσχεραίνουν την παραγωγική διαδικασία. Επίσης, η πρώτη ύλη πρέπει να είναι απαλλαγμένη από υγρασία, γιατί το νερό υδρολύει τους παραγόμενους μεθυλεστέρες (βιοντίζελ) και τα λιπαρά οξέα που προκύπτουν αντιδρούν με τον καταλύτη. Τέλος, το φυτικό έλαιο πρέπει να είναι απαλλαγμένο από τις ουσίες που περιέχουν φώσφορο. Δηλαδή, για την παραγωγή βιοντίζελ με την κλασική μέθοδο χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες ραφιναρισμένα φυτικά έλαια. Συνεπώς, για να είναι σε θέση τα τηγανέλαια και άλλα απόβλητα λάδια, τα λίπη και τα απόβλητα λίπη, καθώς και τα μπρούτα φυτικά έλαια να αποτελούν πρώτες ύλες για μία κλασική μονάδα παραγωγής βιοντίζελ, πρέπει πρώτα όλες αυτές οι όξινες ελαιούχες ύλες να εξευγενίζονται (ραφινάρονται).

Αναλυτικότερα, οι κλασικές μονάδες παραγωγής βιοντίζελ επαρκούν για τα ραφιναρισμένα ή τα εξουδετερωμένα φυτικά έλαια (με οξύτητα μικρότερη του 0,5%) χαμηλής - επιτρεπτής για τις κλασικές διεργασίες - υγρασίας (μικρότερης των 500 ppm). Αν η πρώτη ύλη είναι ραφιναρισμένο ή εξουδετερωμένο έλαιο αλλά με αρκετή υγρασία (μεγαλύτερη των 700 ppm), τότε απαιτείται μονάδα ξήρανσης όπου θα απομακρύνεται η υγρασία. Τα τηγανέλαια και άλλα χαμηλής οξύτητας λάδια, καθώς και τα ζωικά λίπη μπορούν να μετατραπούν σε βιοντίζελ με την κλασική διεργασία εφόσον πρώτα υποστούν τη χημική προεπεξεργασία απομάκρυνσης της οξύτητας ως σαπούνι σε μονάδα εξουδετέρωσης και στη συνέχεια περάσουν από τη μονάδα ξήρανσης για να απομακρυνθεί και η υγρασία. Μία επιπλέον μονάδα είναι η μονάδα αποφωσφάτωσης η οποία θα έχει τη δυνατότητα να υποδέχεται μπρούτα φυτικά έλαια. Στη μονάδα αυτή θα γίνεται η απομάκρυνση του φωσφόρου (Ρ), ο οποίος δεν πρέπει να υπάρχει στο βιοντίζελ σε συγκεντρώσεις μεγαλύτερες των 5 ppm.

 

  • Μονάδα αδρανοποίησης των ζωικών υποπροϊόντων σφαγείων (με υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος) και ρευστοποίησης του περιεχόμενου λίπους.

Η μονάδα αυτή στοχεύει στην αξιοποίηση των νωπών ζωικών υποπροϊόντων που αποβάλλονται από τα σφαγεία και κρεοπωλεία και τα οποία επιβαρύνουν το περιβάλλον, με σκοπό την παραγωγή ρευστοποιημένου ζωικού λίπους, το οποίο θα οδηγείται στη μονάδα εξευγενισμού φυτικών ελαίων και ζωικών λιπών του εργοστασίου για περαιτέρω επεξεργασία (ραφινάρισμα) και διάθεσή του, στη συνέχεια, ως πρώτη ύλη για την παραγωγή βιοντίζελ, ζωοτροφών κ.λ.π. και όχι για ανθρώπινη κατανάλωση.

Κύριο παραπροϊόν της παραγωγικής διαδικασίας αποτελεί το κρεατέλευρο (πρωτεϊνικής κυρίως σύστασης), η διαχείριση και εκμετάλλευση του οποίου θα αποτελεί παράλληλη δράση της εταιρείας.

Η τεχνολογία της συγκεκριμένης μονάδας στηρίζεται στην υγρή αδρανοποίηση των ζωικών υποπροϊόντων (νέα τεχνολογία) και όχι στη συμβατική τεχνολογία με cooker. Έτσι, η ποιότητα τόσο του ζωικού λίπους όσο και του κρεατάλευρου είναι ιδιαίτερα υψηλή.

 

  • Μονάδα επεξεργασίας υπερόξινων φυτικών ελαίων και ζωικών λιπών, ολεϊνών, λιπαρών οξέων, αποβλήτων ραφινεριών και άλλων όξινων αποβλήτων ελαιούχων υλών.

Στη μονάδα αυτή θα μετατρέπονται σε βιοντίζελ τα περιεχόμενα στις ύλες αυτές ελεύθερα λιπαρά οξέα, με τη βοήθεια ενός νέου στερεού ετερογενούς καταλύτη, στα πλαίσια μιας από τις νέες διεργασίες παραγωγής βιοντίζελ που έχει αναπτύξει η καρδιά της επιστημονικής ομάδας της AGROENERGY στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πουτεχνείου. Η συγκεκριμένη μονάδα στοχεύει στην αξιοποίηση υπερόξινων αποβλήτων ελαιούχων υλών χαμηλής αξίας, με σκοπό την παραγωγή ελαιούχων υλών εξαιρετικά χαμηλής οξύτητας, οι οποίες θα οδηγούνται στη μονάδα εξευγενισμού φυτικών ελαίων και ζωικών λιπών του εργοστασίου για περαιτέρω επεξεργασία (ραφινάρισμα) και διάθεσή τους, στη συνέχεια, ως πρώτη ύλη για τεχνικές εφαρμογές, π.χ. για την παραγωγή βιοντίζελ, ζωοτροφών και καθαρών μεθυλεστέρων λιπαρών οξέων, ως καύσιμο μονάδων συμπαραγωγής, αλλά όχι για ανθρώπινη κατανάλωση.

Οι ελαιούχες ύλες υψηλής οξύτητας είναι χαμηλής αξίας και ακατάλληλες για την παραγωγή βιοντίζελ με τις συμβατικές μεθόδους παραγωγής. Αυτές αποτελούν, συνήθως, απόβλητα διαφόρων διεργασιών επεξεργασίας φυτικών ελαίων και ζωικών λιπών, όπως, παραδείγματος χάρη, είναι ο εξευγενισμός των ελαίων και λιπών και η αδρανοποίηση των ζωικών υποπροϊόντων. Η διαχείριση, λοιπόν, των υπερόξινων αυτών αποβλήτων αποτελεί ένα σημαντικό περιβαλλοντικό αλλά και οικονομικό ζήτημα. Σημειώνεται, επίσης, πως μία ελαιούχος ύλη, για να είναι κατάλληλη πρώτη ύλη για την παραγωγή βιοντίζελ με τις συμβατικές μεθόδους παραγωγής, θα πρέπει να έχει οξύτητα μικρότερη από 1% κ.β. Σε πολλές περιπτώσεις η οξύτητα πρέπει να είναι μικρότερη από 0,5% κ.β. και σε άλλες να κυμαίνεται από 0,02% μέχρι 0,1% κ.β. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή σε μεγαλύτερες οξύτητες, τα προβλήματα κατά τη διαδικασία παραγωγής βιοντίζελ είναι σημαντικά. Τα κυριότερα από αυτά είναι η μειωμένη απόδοση της διεργασίας, η ανάγκη κατανάλωσης μεγαλύτερων ποσοτήτων των συμβατικών αλκαλικών καταλυτών, ο σχηματισμός σαπώνων και η παραγωγή ενός προϊόντος υποβαθμισμένης ποιότητας. Συνήθως τα μπρούτα φυτικά έλαια έχουν οξύτητα 2-3%, ενώ το βαμβακέλαιο μπορεί να φτάσει στο 5-8%. Τα ζωικά λίπη που προέρχονται από τις συμβατικές μονάδες αδρανοποίησης ζωικών υποπροϊόντων (τεχνολογίας cooker) παρουσιάζουν υψηλότερες τιμές οξύτητας που κυμαίνονται από 10% έως 20%. Σημειώνεται πως στη χώρα μας οι μονάδες αδρανοποίησης στηρίζονται, κατά το πλείστον, στη συμβατική τεχνολογία cooker. Τέλος, οι ολεΐνες, οι οποίες προέρχονται από τη διάσπαση της σαπουνόπαστας, αποτελούν ελαιούχες ύλες με εξαιρετικά υψηλή οξύτητα (της τάξης του 50-70% κ.β.).

 

  • Μονάδα κλασικής παραγωγής βιοντίζελ.

Η μονάδα αυτή ως πρώτη ύλη θα χρησιμοποιεί το προϊόν της μονάδας εξευγενισμού φυτικών ελαίων και ζωικών λιπών (της ραφινερίας) του εργοστασίου.

 

Στο Σχήμα παρουσιάζεται το διάγραμμα ροής της κάθετης παραγωγικής διαδικασίας.

 

 
Η AGROENERGY έχει κάνει τον ακριβή και λεπτομερή σχεδιασμό ενός τέτοιου εργοστασίου και τη μελέτη λειτουργίας του.
Η AGROENERGY αναλαμβάνει την κατασκευή, εγκατάσταση και λειτουργία του εργοστασίου και εξασφαλίζει τη συνεχή επιστημονική και τεχνική υποστήριξη, καθώς και την πιστοποίηση και διαχείριση των προϊόντων και παραπροϊόντων της παραγωγικής διαδικασίας.
 
Undefined

Page Back


Κατασκευή Ιστοσελίδων GIM Greek Internet Marketing